納なっ得とく

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συναίνεση, συμφωνία, αποδοχή
  2. 02 κατανόηση, ικανοποίηση (π.χ. με μια εξήγηση), πειθώ

Παραδείγματα

  • はい、納得なっとくしました。

    Ναι, το κατάλαβα.

  • 先生せんせいの話はなしを聞きいて、ようやく納得なっとくできた。

    Αφού άκουσα τι είπε ο καθηγητής, επιτέλους πείστηκα.

  • 双方そうほうが納得なっとくできるような解決策かいけつさくを見出みいだすことが、この問題もんだいを円満えんまんに解決かいけつするための鍵かぎとなるだろう。

    Το να βρεθεί μια λύση που να ικανοποιεί και τις δύο πλευρές θα είναι το κλειδί για την ειρηνική επίλυση αυτού του προβλήματος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
納得する
Παρόν (ευγενικό)
納得します
Άρνηση (απλή)
納得しない
Άρνηση (ευγενική)
納得しません
Παρελθόν (απλό)
納得した
Παρελθόν (ευγενικό)
納得しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
納得しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
納得しませんでした
Τε-μορφή
納得して
Δυνητική
納得できる
Προστακτική
納得しろ
Βουλητική
納得しよう
Υποθετική (ば)
納得すれば