納経
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προσφορά χειρόγραφης σούτρας σε ναό (ή χρημάτων κ.λπ. στη θέση της)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 納経する
- Παρόν (ευγενικό)
- 納経します
- Άρνηση (απλή)
- 納経しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 納経しません
- Παρελθόν (απλό)
- 納経した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 納経しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 納経しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 納経しませんでした
- Τε-μορφή
- 納経して
- Δυνητική
- 納経できる
- Προστακτική
- 納経しろ
- Βουλητική
- 納経しよう
- Υποθετική (ば)
- 納経すれば
- Υποθετική (たら)
- 納経したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 納経したい
- Απαγορευτική (~な)
- 納経するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 納経しなさい
- Παθητική
- 納経される
- Αιτιατική
- 納経させる