紐解く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαβάζω (βιβλίο), ξεφυλλίζω (βιβλίο για να διαβάσω)
- 02 ξετυλίγω (π.χ. ένα μυστήριο), ανακαλύπτω (την αλήθεια)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 紐解く
- Παρόν (ευγενικό)
- 紐解きます
- Άρνηση (απλή)
- 紐解かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 紐解きません
- Παρελθόν (απλό)
- 紐解いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 紐解きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 紐解かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 紐解きませんでした
- Τε-μορφή
- 紐解いて
- Δυνητική
- 紐解ける
- Προστακτική
- 紐解け
- Βουλητική
- 紐解こう
- Υποθετική (ば)
- 紐解けば
- Υποθετική (たら)
- 紐解いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 紐解きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 紐解くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 紐解きなさい
- Παθητική
- 紐解かれる
- Αιτιατική
- 紐解かせる