紛らす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποσπώ (π.χ. τη σκέψη), αποπροσανατολίζω, ανακουφίζω (π.χ. την ανία, τη θλίψη), πνίγω (τον πόνο), περνώ (τον χρόνο)
- 02 καλύπτω (π.χ. τη θλίψη με ένα χαμόγελο), κρύβω, αλλάζω (την κουβέντα), μετατοπίζω (το θέμα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 紛らす
- Παρόν (ευγενικό)
- 紛らします
- Άρνηση (απλή)
- 紛らさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 紛らしません
- Παρελθόν (απλό)
- 紛らした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 紛らしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 紛らさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 紛らしませんでした
- Τε-μορφή
- 紛らして
- Δυνητική
- 紛らせる
- Προστακτική
- 紛らせ
- Βουλητική
- 紛らそう
- Υποθετική (ば)
- 紛らせば
- Υποθετική (たら)
- 紛らしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 紛らしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 紛らすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 紛らしなさい
- Παθητική
- 紛らされる
- Αιτιατική
- 紛らさせる