まぎらせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποσπώ (π.χ. τη σκέψη κάποιου), αποπροσανατολίζω, ανακουφίζω (π.χ. από πλήξη, θλίψη), πνίγω (τον πόνο κάποιου), διασκεδάζω (τον χρόνο μου)
  2. 02 συγκαλύπτω (π.χ. τη θλίψη μου με ένα χαμόγελο), κρύβω, αλλάζω (την κουβέντα), μετατοπίζω (το θέμα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
紛らせる
Παρόν (ευγενικό)
紛らせます
Άρνηση (απλή)
紛らせない
Άρνηση (ευγενική)
紛らせません
Παρελθόν (απλό)
紛らせた
Παρελθόν (ευγενικό)
紛らせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
紛らせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
紛らせませんでした
Τε-μορφή
紛らせて
Δυνητική
紛らせられる
Προστακτική
紛らせろ
Βουλητική
紛らせよう
Υποθετική (ば)
紛らせれば