紛らわしい
επίθετο | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ευδιάκριτα μπερδεμένος (π.χ. παρόμοιες λέξεις), εύκολα παρανοήσιμος, συγχυτικός, παραπλανητικός, διφορούμενος, αμφίσημος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 紛らわしい
- Παρόν (ευγενικό)
- 紛らわしいです
- Άρνηση (απλή)
- 紛らわしくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 紛らわしくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 紛らわしかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 紛らわしかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 紛らわしくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 紛らわしくなかったです
- Τε-μορφή
- 紛らわしくて
- Υποθετική (ば)
- 紛らわしければ
- Υποθετική (たら)
- 紛らわしかったら