まぎれもない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αδιαμφισβήτητος, προφανής, έκδηλος, βέβαιος, πέραν πάσης αμφιβολίας

Παραδείγματα

  • それは紛れもないまぎれもない事実じじつです。

    Αυτό είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός.

  • かれがその事件じけん犯人はんにんであることは、紛れもないまぎれもない真実しんじつだった。

    Το ότι αυτός ήταν ο δράστης του περιστατικού ήταν μια πέραν πάσης αμφιβολίας αλήθεια.

  • 彼女かのじょうつくしさは、まるで絵画かいがからてきたかのように紛れもないまぎれもないもので、まわりのひと々を魅了みりょうした。

    Η ομορφιά της ήταν τόσο προφανής, σαν να είχε βγει από έναν πίνακα ζωγραφικής, και μάγευε τους γύρω της.

Κλίση

Παρόν (απλό)
紛れもない
Παρόν (ευγενικό)
紛れもないです
Άρνηση (απλή)
紛れもなくない
Άρνηση (ευγενική)
紛れもなくないです
Παρελθόν (απλό)
紛れもなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
紛れもなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
紛れもなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
紛れもなくなかったです
Τε-μορφή
紛れもなくて
Υποθετική (ば)
紛れもなければ