紛まぎれる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξαφανίζομαι μέσα σε, χάνομαι μέσα σε, αναμειγνύομαι ανάμεσα σε
  2. 02 κάνω κάτι υπό την κάλυψη (σύγχυσης κ.λπ.), εκμεταλλεύομαι (τη σύγχυση κ.λπ.)
  3. 03 είμαι σχεδόν ίδιος, μοιάζω τόσο που προκαλώ σύγχυση
  4. 04 αποσπώμαι από (αρνητικά συναισθήματα κ.λπ.), ξεχνώ
  5. 05 αποσπώμαι από, απορροφιέμαι υπερβολικά σε

Παραδείγματα

  • 猫ねこが草むらくさむらに紛まぎれる。

    Η γάτα χάνεται μέσα στους θάμνους.

  • 彼かれは人混ひとごみに紛まぎれて、こっそりその場ばを去さった。

    Εκμεταλλεύτηκε το πλήθος και έφυγε κρυφά από εκεί.

  • 都会とかいの喧騒けんそうに紛まぎれて、彼かれは故郷こきょうへの郷愁きょうしゅうを一時的いちじてきに忘わすれることができた。

    Μέσα στη φασαρία της πόλης, κατάφερε να αποσπαστεί και να ξεχάσει προσωρινά τη νοσταλγία του για την πατρίδα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
紛れる
Παρόν (ευγενικό)
紛れます
Άρνηση (απλή)
紛れない
Άρνηση (ευγενική)
紛れません
Παρελθόν (απλό)
紛れた
Παρελθόν (ευγενικό)
紛れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
紛れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
紛れませんでした
Τε-μορφή
紛れて
Δυνητική
紛れられる
Προστακτική
紛れろ
Βουλητική
紛れよう
Υποθετική (ば)
紛れれば