素人しろうとばな

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ερασιτέχνης που ξεπερνά το επίπεδο επαγγελματία

Κλίση

Παρόν (απλό)
素人離れする
Παρόν (ευγενικό)
素人離れします
Άρνηση (απλή)
素人離れしない
Άρνηση (ευγενική)
素人離れしません
Παρελθόν (απλό)
素人離れした
Παρελθόν (ευγενικό)
素人離れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
素人離れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
素人離れしませんでした
Τε-μορφή
素人離れして
Δυνητική
素人離れできる
Προστακτική
素人離れしろ
Βουλητική
素人離れしよう
Υποθετική (ば)
素人離れすれば