けん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομογραφία αρχαϊκό βιτρινάρισμα, περιδιάβαση σε καταστήματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
素見する
Παρόν (ευγενικό)
素見します
Άρνηση (απλή)
素見しない
Άρνηση (ευγενική)
素見しません
Παρελθόν (απλό)
素見した
Παρελθόν (ευγενικό)
素見しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
素見しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
素見しませんでした
Τε-μορφή
素見して
Δυνητική
素見できる
Προστακτική
素見しろ
Βουλητική
素見しよう
Υποθετική (ば)
素見すれば