つむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκχέω, ξεχύνομαι
  2. 02 αναβλύζω, ξεχειλίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
紡ぎ出す
Παρόν (ευγενικό)
紡ぎ出します
Άρνηση (απλή)
紡ぎ出さない
Άρνηση (ευγενική)
紡ぎ出しません
Παρελθόν (απλό)
紡ぎ出した
Παρελθόν (ευγενικό)
紡ぎ出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
紡ぎ出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
紡ぎ出しませんでした
Τε-μορφή
紡ぎ出して
Δυνητική
紡ぎ出せる
Προστακτική
紡ぎ出せ
Βουλητική
紡ぎ出そう
Υποθετική (ば)
紡ぎ出せば