紡ぐ
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κλώθω, φτιάχνω νήμα
- 02 πλέκω (π.χ. μια ιστορία), συνθέτω (π.χ. λέξεις), συγκροτώ
Παραδείγματα
-
糸を紡ぐ。
Κλώθω νήμα.
-
言葉を紡ぎ、物語を作ります。
Συνθέτω λέξεις και φτιάχνω μια ιστορία.
-
彼は長い年月をかけて、故郷への思いを込めた詩を紡ぎ出した。
Μετά από πολλά χρόνια, συνέθεσε ένα ποίημα γεμάτο συναισθήματα για την πατρίδα του.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 紡ぐ
- Παρόν (ευγενικό)
- 紡ぎます
- Άρνηση (απλή)
- 紡がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 紡ぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 紡いだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 紡ぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 紡がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 紡ぎませんでした
- Τε-μορφή
- 紡いで
- Δυνητική
- 紡げる
- Προστακτική
- 紡げ
- Βουλητική
- 紡ごう
- Υποθετική (ば)
- 紡げば
- Υποθετική (たら)
- 紡いだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 紡ぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 紡ぐな
- Προστακτική (ευγενική)
- 紡ぎなさい
- Παθητική
- 紡がれる
- Αιτιατική
- 紡がせる