累を及ぼす
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προκαλώ μπελάδες (σε κάποιον), έχω επιβλαβή επίδραση (σε κάποιον), εμπλέκω (κάποιον) σε μπελάδες
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 累を及ぼす
- Παρόν (ευγενικό)
- 累を及ぼします
- Άρνηση (απλή)
- 累を及ぼさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 累を及ぼしません
- Παρελθόν (απλό)
- 累を及ぼした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 累を及ぼしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 累を及ぼさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 累を及ぼしませんでした
- Τε-μορφή
- 累を及ぼして
- Δυνητική
- 累を及ぼせる
- Προστακτική
- 累を及ぼせ
- Βουλητική
- 累を及ぼそう
- Υποθετική (ば)
- 累を及ぼせば
- Υποθετική (たら)
- 累を及ぼしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 累を及ぼしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 累を及ぼすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 累を及ぼしなさい
- Παθητική
- 累を及ぼされる
- Αιτιατική
- 累を及ぼさせる