るいしん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαδοχική προαγωγή, βαθμιαία πρόοδος, κλιμακωτή άνοδος
  2. 02 προοδευτικά αυξανόμενος (φόρου εισοδήματος κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
累進する
Παρόν (ευγενικό)
累進します
Άρνηση (απλή)
累進しない
Άρνηση (ευγενική)
累進しません
Παρελθόν (απλό)
累進した
Παρελθόν (ευγενικό)
累進しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
累進しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
累進しませんでした
Τε-μορφή
累進して
Δυνητική
累進できる
Προστακτική
累進しろ
Βουλητική
累進しよう
Υποθετική (ば)
累進すれば