細々
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: ほそぼそ
- 01 αναλυτικά, διεξοδικά, με κάθε λεπτομέρεια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 細々する
- Παρόν (ευγενικό)
- 細々します
- Άρνηση (απλή)
- 細々しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 細々しません
- Παρελθόν (απλό)
- 細々した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 細々しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 細々しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 細々しませんでした
- Τε-μορφή
- 細々して
- Δυνητική
- 細々できる
- Προστακτική
- 細々しろ
- Βουλητική
- 細々しよう
- Υποθετική (ば)
- 細々すれば
- Υποθετική (たら)
- 細々したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 細々したい
- Απαγορευτική (~な)
- 細々するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 細々しなさい
- Παθητική
- 細々される
- Αιτιατική
- 細々させる