終業
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 λήξη ωραρίου εργασίας, σχόλασμα
- 02 λήξη σχολικού τριμήνου, τέλος σχολικού έτους
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 終業する
- Παρόν (ευγενικό)
- 終業します
- Άρνηση (απλή)
- 終業しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 終業しません
- Παρελθόν (απλό)
- 終業した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 終業しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 終業しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 終業しませんでした
- Τε-μορφή
- 終業して
- Δυνητική
- 終業できる
- Προστακτική
- 終業しろ
- Βουλητική
- 終業しよう
- Υποθετική (ば)
- 終業すれば
- Υποθετική (たら)
- 終業したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 終業したい
- Απαγορευτική (~な)
- 終業するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 終業しなさい
- Παθητική
- 終業される
- Αιτιατική
- 終業させる