しゅう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός τερματίζω, βάζω τέλος, κλείνω οριστικά ένα θέμα, βάζω τελεία (στο τέλος μιας πρότασης)

Κλίση

Παρόν (απλό)
終止符を打つ
Παρόν (ευγενικό)
終止符を打ちます
Άρνηση (απλή)
終止符を打たない
Άρνηση (ευγενική)
終止符を打ちません
Παρελθόν (απλό)
終止符を打った
Παρελθόν (ευγενικό)
終止符を打ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
終止符を打たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
終止符を打ちませんでした
Τε-μορφή
終止符を打って
Δυνητική
終止符を打てる
Προστακτική
終止符を打て
Βουλητική
終止符を打とう
Υποθετική (ば)
終止符を打てば