組み付ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επιβάλλω
- 02 συναρμολογώ (π.χ. εξαρτήματα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 組み付ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 組み付けます
- Άρνηση (απλή)
- 組み付けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 組み付けません
- Παρελθόν (απλό)
- 組み付けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 組み付けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 組み付けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 組み付けませんでした
- Τε-μορφή
- 組み付けて
- Δυνητική
- 組み付けられる
- Προστακτική
- 組み付けろ
- Βουλητική
- 組み付けよう
- Υποθετική (ば)
- 組み付ければ
- Υποθετική (たら)
- 組み付けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 組み付けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 組み付けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 組み付けなさい
- Παθητική
- 組み付けられる
- Αιτιατική
- 組み付けさせる