ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χωρισμός σε ομάδες, κατάταξη σε τμήματα (π.χ. μαθητών ανάλογα με την ικανότητά τους)

Κλίση

Παρόν (απλό)
組み分けする
Παρόν (ευγενικό)
組み分けします
Άρνηση (απλή)
組み分けしない
Άρνηση (ευγενική)
組み分けしません
Παρελθόν (απλό)
組み分けした
Παρελθόν (ευγενικό)
組み分けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
組み分けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
組み分けしませんでした
Τε-μορφή
組み分けして
Δυνητική
組み分けできる
Προστακτική
組み分けしろ
Βουλητική
組み分けしよう
Υποθετική (ば)
組み分けすれば