組み合わす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συναρμολογώ, συνδυάζω, ενώνω, συνενώνω
- 02 αντιπαραβάλλω (π.χ. σε ένα άθλημα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 組み合わす
- Παρόν (ευγενικό)
- 組み合わします
- Άρνηση (απλή)
- 組み合わさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 組み合わしません
- Παρελθόν (απλό)
- 組み合わした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 組み合わしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 組み合わさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 組み合わしませんでした
- Τε-μορφή
- 組み合わして
- Δυνητική
- 組み合わせる
- Προστακτική
- 組み合わせ
- Βουλητική
- 組み合わそう
- Υποθετική (ば)
- 組み合わせば
- Υποθετική (たら)
- 組み合わしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 組み合わしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 組み合わすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 組み合わしなさい
- Παθητική
- 組み合わされる
- Αιτιατική
- 組み合わさせる