ουσιαστικό, ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ένθεση, εισαγωγή (εκτύπωση)
  2. 02 ενσωματωμένος, προκαθορισμένος (π.χ. λογισμικό)

Κλίση

Παρόν (απλό)
組み込みする
Παρόν (ευγενικό)
組み込みします
Άρνηση (απλή)
組み込みしない
Άρνηση (ευγενική)
組み込みしません
Παρελθόν (απλό)
組み込みした
Παρελθόν (ευγενικό)
組み込みしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
組み込みしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
組み込みしませんでした
Τε-μορφή
組み込みして
Δυνητική
組み込みできる
Προστακτική
組み込みしろ
Βουλητική
組み込みしよう
Υποθετική (ば)
組み込みすれば