組くみ込こむ

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισάγω, συμπεριλαμβάνω, ενσωματώνω, εγκαθιστώ, ενθέτω

Παραδείγματα

  • この部品ぶひんを組くみ込こみます。

    Θα ενσωματώσω αυτό το εξάρτημα.

  • 新あたらしいシステムに、この機能きのうを組くみ込こむ必要ひつようがあります。

    Πρέπει να ενσωματώσουμε αυτή τη λειτουργία στο νέο σύστημα.

  • そのソフトウェアには、複数ふくすうのセキュリティ機能きのうが事前じぜんに組くみ込こまれており、ユーザーが安全あんぜんに利用りようできるようになっています。

    Το λογισμικό έχει ενσωματωμένες πολλές λειτουργίες ασφαλείας, ώστε οι χρήστες να μπορούν να το χρησιμοποιούν με ασφάλεια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
組み込む
Παρόν (ευγενικό)
組み込みます
Άρνηση (απλή)
組み込まない
Άρνηση (ευγενική)
組み込みません
Παρελθόν (απλό)
組み込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
組み込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
組み込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
組み込みませんでした
Τε-μορφή
組み込んで
Δυνητική
組み込める
Προστακτική
組み込め
Βουλητική
組み込もう
Υποθετική (ば)
組み込めば