せい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σύνθεση, σύσταση
  2. 02 σύνθεση (μορίου, ένωσης κ.λπ.), αναλογία συστατικών, σχετική αναλογία στοιχείων

Κλίση

Παρόν (απλό)
組成する
Παρόν (ευγενικό)
組成します
Άρνηση (απλή)
組成しない
Άρνηση (ευγενική)
組成しません
Παρελθόν (απλό)
組成した
Παρελθόν (ευγενικό)
組成しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
組成しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
組成しませんでした
Τε-μορφή
組成して
Δυνητική
組成できる
Προστακτική
組成しろ
Βουλητική
組成しよう
Υποθετική (ば)
組成すれば