しきこうちょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οργανωσιακή ακαμψία, διοικητικός εφησυχασμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
組織の硬直化する
Παρόν (ευγενικό)
組織の硬直化します
Άρνηση (απλή)
組織の硬直化しない
Άρνηση (ευγενική)
組織の硬直化しません
Παρελθόν (απλό)
組織の硬直化した
Παρελθόν (ευγενικό)
組織の硬直化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
組織の硬直化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
組織の硬直化しませんでした
Τε-μορφή
組織の硬直化して
Δυνητική
組織の硬直化できる
Προστακτική
組織の硬直化しろ
Βουλητική
組織の硬直化しよう
Υποθετική (ば)
組織の硬直化すれば