きずな

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δεσμός (μεταξύ ανθρώπων), συναισθηματικοί δεσμοί, σχέση, σύνδεση, σύνδεσμος
  2. 02 δεσμά, πέδες

Παραδείγματα

  • 家族かぞくきずな大切たいせつです。

    Οι οικογενειακοί δεσμοί είναι σημαντικοί.

  • 友達ともだちとのきずなをこれからも大切たいせつにしたいです。

    Θέλω να συνεχίσω να φροντίζω τους δεσμούς που έχω με τους φίλους μου.

  • 困難こんなんとも乗り越えるのりこえることで、私たちわたしたちはより強いつよいきずな育むはぐくむことができます。

    Μέσα από την κοινή αντιμετώπιση των δυσκολιών, μπορούμε να αναπτύξουμε ισχυρότερους δεσμούς.