きょうねんじる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ψάλλω σούτρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
経を念じる
Παρόν (ευγενικό)
経を念じます
Άρνηση (απλή)
経を念じない
Άρνηση (ευγενική)
経を念じません
Παρελθόν (απλό)
経を念じた
Παρελθόν (ευγενικό)
経を念じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
経を念じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
経を念じませんでした
Τε-μορφή
経を念じて
Δυνητική
経を念じられる
Προστακτική
経を念じろ
Βουλητική
経を念じよう
Υποθετική (ば)
経を念じれば