けい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζητώ οδηγίες, διαβουλεύομαι και λαμβάνω έγκριση

Κλίση

Παρόν (απλό)
経伺する
Παρόν (ευγενικό)
経伺します
Άρνηση (απλή)
経伺しない
Άρνηση (ευγενική)
経伺しません
Παρελθόν (απλό)
経伺した
Παρελθόν (ευγενικό)
経伺しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
経伺しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
経伺しませんでした
Τε-μορφή
経伺して
Δυνητική
経伺できる
Προστακτική
経伺しろ
Βουλητική
経伺しよう
Υποθετική (ば)
経伺すれば