けいざいスパイ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οικονομική κατασκοπεία

Κλίση

Παρόν (απλό)
経済スパイする
Παρόν (ευγενικό)
経済スパイします
Άρνηση (απλή)
経済スパイしない
Άρνηση (ευγενική)
経済スパイしません
Παρελθόν (απλό)
経済スパイした
Παρελθόν (ευγενικό)
経済スパイしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
経済スパイしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
経済スパイしませんでした
Τε-μορφή
経済スパイして
Δυνητική
経済スパイできる
Προστακτική
経済スパイしろ
Βουλητική
経済スパイしよう
Υποθετική (ば)
経済スパイすれば