経験
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εμπειρία
Παραδείγματα
-
私は経験があります。
Έχω εμπειρία.
-
この仕事には経験が必要です。
Για αυτή τη δουλειά, η εμπειρία είναι απαραίτητη.
-
様々な分野での経験を積むことは、将来の自分にとって大きな財産となるでしょう。
Το να αποκτήσεις εμπειρίες σε διάφορους τομείς θα αποτελέσει ένα μεγάλο εφόδιο για το μέλλον σου.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 経験する
- Παρόν (ευγενικό)
- 経験します
- Άρνηση (απλή)
- 経験しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 経験しません
- Παρελθόν (απλό)
- 経験した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 経験しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 経験しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 経験しませんでした
- Τε-μορφή
- 経験して
- Δυνητική
- 経験できる
- Προστακτική
- 経験しろ
- Βουλητική
- 経験しよう
- Υποθετική (ば)
- 経験すれば
- Υποθετική (たら)
- 経験したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 経験したい
- Απαγορευτική (~な)
- 経験するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 経験しなさい
- Παθητική
- 経験される
- Αιτιατική
- 経験させる