けっする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό παρουσιάζω δυσκοιλιότητα
  2. 02 αρχαϊκό καταλήγω, συμπεραίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
結する
Παρόν (ευγενικό)
結します
Άρνηση (απλή)
結しない
Άρνηση (ευγενική)
結しません
Παρελθόν (απλό)
結した
Παρελθόν (ευγενικό)
結しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
結しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
結しませんでした
Τε-μορφή
結して
Δυνητική
結できる
Προστακτική
結しろ
Βουλητική
結しよう
Υποθετική (ば)
結すれば