むす

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δένω, συνδέω
  2. 02 παράγω (καρπούς)
  3. 03 κλείνω (π.χ. συμφωνία), επιβεβαιώνω, συνάπτω
  4. 04 συνδέω (δύο απομακρυσμένα μέρη)
  5. 05 κλείνω σφιχτά, σφίγγω (π.χ. τα χείλη)
  6. 06 ενώνω, συμμαχώ, ενώνομαι (με), συνεργάζομαι

Παραδείγματα

  • くつひもをむす

    Δένω τα κορδόνια μου.

  • かれ友情ゆうじょうむすびました

    Γίναμε φίλοι.

  • 交渉こうしょうすえ、ついに両社りょうしゃ提携ていけいむすことに合意ごういしました。

    Μετά από διαπραγματεύσεις, οι δύο εταιρείες συμφώνησαν επιτέλους να συνάψουν συμμαχία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
結ぶ
Παρόν (ευγενικό)
結びます
Άρνηση (απλή)
結ばない
Άρνηση (ευγενική)
結びません
Παρελθόν (απλό)
結んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
結びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
結ばなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
結びませんでした
Τε-μορφή
結んで
Δυνητική
結べる
Προστακτική
結べ
Βουλητική
結ぼう
Υποθετική (ば)
結べば