結実
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καρποφορία, τελεσφόρηση
- 02 καρποφορία (προσπαθειών, σχεδίων κ.λπ.), ευόδωση, επιτυχία, απόδοση, υλοποίηση, καρπός (π.χ. σκληρής δουλειάς), αποτέλεσμα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 結実する
- Παρόν (ευγενικό)
- 結実します
- Άρνηση (απλή)
- 結実しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 結実しません
- Παρελθόν (απλό)
- 結実した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 結実しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 結実しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 結実しませんでした
- Τε-μορφή
- 結実して
- Δυνητική
- 結実できる
- Προστακτική
- 結実しろ
- Βουλητική
- 結実しよう
- Υποθετική (ば)
- 結実すれば
- Υποθετική (たら)
- 結実したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 結実したい
- Απαγορευτική (~な)
- 結実するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 結実しなさい
- Παθητική
- 結実される
- Αιτιατική
- 結実させる