けっきゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κεφαλή (λάχανου, μαρουλιού κ.λπ.)
  2. 02 σχηματισμός κεφαλής, ανάπτυξη κεφαλής

Κλίση

Παρόν (απλό)
結球する
Παρόν (ευγενικό)
結球します
Άρνηση (απλή)
結球しない
Άρνηση (ευγενική)
結球しません
Παρελθόν (απλό)
結球した
Παρελθόν (ευγενικό)
結球しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
結球しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
結球しませんでした
Τε-μορφή
結球して
Δυνητική
結球できる
Προστακτική
結球しろ
Βουλητική
結球しよう
Υποθετική (ば)
結球すれば