けつろんづける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συλλογίζομαι, συνοψίζω, καταλήγω σε συμπέρασμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
結論づける
Παρόν (ευγενικό)
結論づけます
Άρνηση (απλή)
結論づけない
Άρνηση (ευγενική)
結論づけません
Παρελθόν (απλό)
結論づけた
Παρελθόν (ευγενικό)
結論づけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
結論づけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
結論づけませんでした
Τε-μορφή
結論づけて
Δυνητική
結論づけられる
Προστακτική
結論づけろ
Βουλητική
結論づけよう
Υποθετική (ば)
結論づければ