けっしゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκέντρωση (προσπαθειών, δυνάμεων, κ.λπ.), συνάθροιση, στοίχιση, παράταξη, επιστράτευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
結集する
Παρόν (ευγενικό)
結集します
Άρνηση (απλή)
結集しない
Άρνηση (ευγενική)
結集しません
Παρελθόν (απλό)
結集した
Παρελθόν (ευγενικό)
結集しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
結集しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
結集しませんでした
Τε-μορφή
結集して
Δυνητική
結集できる
Προστακτική
結集しろ
Βουλητική
結集しよう
Υποθετική (ば)
結集すれば