しぼ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στύβω, αποστραγγίζω
  2. 02 περιορίζω, εξειδικεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
絞り込む
Παρόν (ευγενικό)
絞り込みます
Άρνηση (απλή)
絞り込まない
Άρνηση (ευγενική)
絞り込みません
Παρελθόν (απλό)
絞り込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
絞り込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
絞り込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
絞り込みませんでした
Τε-μορφή
絞り込んで
Δυνητική
絞り込める
Προστακτική
絞り込め
Βουλητική
絞り込もう
Υποθετική (ば)
絞り込めば