からげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δένω, συγκεντρώνω
  2. 02 ανασηκώνω (ρούχα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
絡げる
Παρόν (ευγενικό)
絡げます
Άρνηση (απλή)
絡げない
Άρνηση (ευγενική)
絡げません
Παρελθόν (απλό)
絡げた
Παρελθόν (ευγενικό)
絡げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
絡げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
絡げませんでした
Τε-μορφή
絡げて
Δυνητική
絡げられる
Προστακτική
絡げろ
Βουλητική
絡げよう
Υποθετική (ば)
絡げれば