から

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τυλίγομαι, μπερδεύομαι, μπλέκομαι, παγιδεύομαι
  2. 02 εμπλέκομαι (π.χ. χρήματα σε ένα θέμα), αναμειγνύομαι, αποτελώ παράγοντα, επηρεάζω
  3. 03 ψάχνω για καβγά, βρίσκω ψεγάδια, ενοχλώ, παρενοχλώ

Παραδείγματα

  • いとから

    Το νήμα μπερδεύτηκε.

  • その問題もんだいかれ仕事しごとからんでいる。

    Αυτό το πρόβλημα συνδέεται με τη δουλειά του.

  • 今回こんかいけんは、複数ふくすう要因よういん複雑ふくざつからっており、解決かいけつ容易よういではない。

    Η συγκεκριμένη υπόθεση έχει πολλούς αλληλένδετους παράγοντες, καθιστώντας τη λύση της όχι και τόσο εύκολη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
絡む
Παρόν (ευγενικό)
絡みます
Άρνηση (απλή)
絡まない
Άρνηση (ευγενική)
絡みません
Παρελθόν (απλό)
絡んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
絡みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
絡まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
絡みませんでした
Τε-μορφή
絡んで
Δυνητική
絡める
Προστακτική
絡め
Βουλητική
絡もう
Υποθετική (ば)
絡めば