絡めあう
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πλέκω (π.χ. δάχτυλα), περιπλέκω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 絡めあう
- Παρόν (ευγενικό)
- 絡めあいます
- Άρνηση (απλή)
- 絡めあわない
- Άρνηση (ευγενική)
- 絡めあいません
- Παρελθόν (απλό)
- 絡めあった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 絡めあいました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 絡めあわなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 絡めあいませんでした
- Τε-μορφή
- 絡めあって
- Δυνητική
- 絡めあえる
- Προστακτική
- 絡めあえ
- Βουλητική
- 絡めあおう
- Υποθετική (ば)
- 絡めあえば
- Υποθετική (たら)
- 絡めあったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 絡めあいたい
- Απαγορευτική (~な)
- 絡めあうな
- Προστακτική (ευγενική)
- 絡めあいなさい
- Παθητική
- 絡めあわれる
- Αιτιατική
- 絡めあわせる