から

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικά ως 搦め捕る συλλαμβάνω και δένω, συλλαμβάνω, συλλαμβάνω, αιχμαλωτίζω
  2. 02 μπλέκω, παγιδεύω, εγκλωβίζω, βάζω τρικλοποδιά
  3. 03 απομακρύνω με βούρτσισμα (π.χ. σκόνη, τρίχωμα, πλάκα), εξάγω, αφαιρώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
絡め取る
Παρόν (ευγενικό)
絡め取ります
Άρνηση (απλή)
絡め取らない
Άρνηση (ευγενική)
絡め取りません
Παρελθόν (απλό)
絡め取った
Παρελθόν (ευγενικό)
絡め取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
絡め取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
絡め取りませんでした
Τε-μορφή
絡め取って
Δυνητική
絡め取れる
Προστακτική
絡め取れ
Βουλητική
絡め取ろう
Υποθετική (ば)
絡め取れば