きゅうよう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντήρηση (π.χ. μιας οικογένειας), υποστήριξη
  2. 02 ανεφοδιασμός (στρατού), τροφοδοσία (στρατευμάτων και αλόγων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
給養する
Παρόν (ευγενικό)
給養します
Άρνηση (απλή)
給養しない
Άρνηση (ευγενική)
給養しません
Παρελθόν (απλό)
給養した
Παρελθόν (ευγενικό)
給養しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
給養しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
給養しませんでした
Τε-μορφή
給養して
Δυνητική
給養できる
Προστακτική
給養しろ
Βουλητική
給養しよう
Υποθετική (ば)
給養すれば