べる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κυβερνώ, διοικώ, εξουσιάζω, ελέγχω
  2. 02 ενσωματώνω, ενοποιώ, ενώνω, συμπεριλαμβάνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
統べる
Παρόν (ευγενικό)
統べます
Άρνηση (απλή)
統べない
Άρνηση (ευγενική)
統べません
Παρελθόν (απλό)
統べた
Παρελθόν (ευγενικό)
統べました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
統べなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
統べませんでした
Τε-μορφή
統べて
Δυνητική
統べられる
Προστακτική
統べろ
Βουλητική
統べよう
Υποθετική (ば)
統べれば