統とう一いつ

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: とういつ

  1. 01 ενότητα, ενοποίηση, ομοιομορφία, συμβατότητα

Παραδείγματα

  • 意見いけんを統一とういつします。

    Ενοποιούμε τις απόψεις μας.

  • 会議かいぎで、全員ぜんいんの意見いけんを統一とういつすることができました。

    Στη σύσκεψη καταφέραμε να ενοποιήσουμε τις απόψεις όλων.

  • 異ことなる文化ぶんかを持もつ地域ちいきを統一とういつすることは、歴史上れきしじょう、常つねに大おおきな課題かだいでした。

    Η ενοποίηση περιοχών με διαφορετικές κουλτούρες ήταν ανέκαθεν μια μεγάλη πρόκληση στην ιστορία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
統一する
Παρόν (ευγενικό)
統一します
Άρνηση (απλή)
統一しない
Άρνηση (ευγενική)
統一しません
Παρελθόν (απλό)
統一した
Παρελθόν (ευγενικό)
統一しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
統一しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
統一しませんでした
Τε-μορφή
統一して
Δυνητική
統一できる
Προστακτική
統一しろ
Βουλητική
統一しよう
Υποθετική (ば)
統一すれば