統廃合
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναδιοργάνωση, συγχώνευση και κατάργηση (π.χ. μιας εταιρείας), ενοποίηση, αναδιάρθρωση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 統廃合する
- Παρόν (ευγενικό)
- 統廃合します
- Άρνηση (απλή)
- 統廃合しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 統廃合しません
- Παρελθόν (απλό)
- 統廃合した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 統廃合しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 統廃合しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 統廃合しませんでした
- Τε-μορφή
- 統廃合して
- Δυνητική
- 統廃合できる
- Προστακτική
- 統廃合しろ
- Βουλητική
- 統廃合しよう
- Υποθετική (ば)
- 統廃合すれば
- Υποθετική (たら)
- 統廃合したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 統廃合したい
- Απαγορευτική (~な)
- 統廃合するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 統廃合しなさい
- Παθητική
- 統廃合される
- Αιτιατική
- 統廃合させる