とう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διοίκηση (υποθέσεων κ.λπ.), προεδρία, έλεγχος, διαχείριση

Κλίση

Παρόν (απλό)
統理する
Παρόν (ευγενικό)
統理します
Άρνηση (απλή)
統理しない
Άρνηση (ευγενική)
統理しません
Παρελθόν (απλό)
統理した
Παρελθόν (ευγενικό)
統理しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
統理しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
統理しませんでした
Τε-μορφή
統理して
Δυνητική
統理できる
Προστακτική
統理しろ
Βουλητική
統理しよう
Υποθετική (ば)
統理すれば