ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χρωματίζω, βάφω
  2. 02 διορθώνω (ιχνογραφώντας την ίδια εικόνα, γράμμα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
絵取る
Παρόν (ευγενικό)
絵取ります
Άρνηση (απλή)
絵取らない
Άρνηση (ευγενική)
絵取りません
Παρελθόν (απλό)
絵取った
Παρελθόν (ευγενικό)
絵取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
絵取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
絵取りませんでした
Τε-μορφή
絵取って
Δυνητική
絵取れる
Προστακτική
絵取れ
Βουλητική
絵取ろう
Υποθετική (ば)
絵取れば