ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξήγηση μιας εικόνας
  2. 02 εξήγηση μέσω εικόνων
  3. 03 επεξήγηση (ενός περιστατικού, συλλογισμού κ.λπ.), ξεκαθάρισμα (ενός μυστηρίου), διαλεύκανση, επίλυση

Κλίση

Παρόν (απλό)
絵解きする
Παρόν (ευγενικό)
絵解きします
Άρνηση (απλή)
絵解きしない
Άρνηση (ευγενική)
絵解きしません
Παρελθόν (απλό)
絵解きした
Παρελθόν (ευγενικό)
絵解きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
絵解きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
絵解きしませんでした
Τε-μορφή
絵解きして
Δυνητική
絵解きできる
Προστακτική
絵解きしろ
Βουλητική
絵解きしよう
Υποθετική (ば)
絵解きすれば