Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
絶えることなく
たえることなく
絶
絶
た
えることなく
επίρρημα
|
Μετάφραση από
JMdict
01
αδιάκοπος, ακατάπαυστος