ぜっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οικογένεια που έχει εκλείψει

Κλίση

Παρόν (απλό)
絶家する
Παρόν (ευγενικό)
絶家します
Άρνηση (απλή)
絶家しない
Άρνηση (ευγενική)
絶家しません
Παρελθόν (απλό)
絶家した
Παρελθόν (ευγενικό)
絶家しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
絶家しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
絶家しませんでした
Τε-μορφή
絶家して
Δυνητική
絶家できる
Προστακτική
絶家しろ
Βουλητική
絶家しよう
Υποθετική (ば)
絶家すれば