ぜつねん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραίτηση, εγκατάλειψη (ελπίδων, σχεδίων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
絶念する
Παρόν (ευγενικό)
絶念します
Άρνηση (απλή)
絶念しない
Άρνηση (ευγενική)
絶念しません
Παρελθόν (απλό)
絶念した
Παρελθόν (ευγενικό)
絶念しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
絶念しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
絶念しませんでした
Τε-μορφή
絶念して
Δυνητική
絶念できる
Προστακτική
絶念しろ
Βουλητική
絶念しよう
Υποθετική (ば)
絶念すれば